ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο B΄ Περίοδος (1919-1939)
Η Μικρασιατική Εκστρατεία και το διάστημα
του Μεσοπολέμου
ΓΕΝΙΚΑ
Η έναρξη αυτής της περιόδου συμπίπτει χρονικά με τη λήξη του Α΄ ΠΠ και
την προσάρτηση των εδαφών Μακεδονίας και Θράκης στην ελληνική επικράτεια,
ενώ το έτος 1919 συμπίπτει με την εκστρατεία στη Μικρά Ασία.
Η Υπηρεσία βρίσκεται πλέον σε ιδιόκτητη στέγη και αναδύεται επιτακτικά η
ανάγκη προμήθειας μόνιμου μηχανικού εξοπλισμού και συμπλήρωσης του
επιστημονικού εξοπλισμού της για να καταστεί αυτάρκης. Παρ' όλα αυτά σε
κρίσιμες στιγμές για το Έθνος, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις υφιστάμενες
δυσχέρειες και να ανασυνταχθεί οργανωτικά και λειτουργικά, ανταποκρινόμενη
αποτελεσματικά σε όλα τα μέτωπα στα οποία κλήθηκε να δράσει.
Η περίοδος από το 1924 έως το 1935 χαρακτηρίζεται από έντονη δραστηριότητα
η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την πρώτη περίοδο
συγκρότησης της Υπηρεσίας (1889-1912). Οι βασικοί τομείς στους
οποίους επικεντρώθηκε η ανάπτυξη και εξέλιξη της Υπηρεσίας αναφέρονται
κυρίως στις εργασίες πεδίου και γραφείου, εκπαίδευσης και οργάνωσης.
Πιο συγκεκριμένα τη δεκαετία αυτή εκτυπώνονται πολύχρωμοι
χάρτες, πραγματοποιούνται για πρώτη φορά χωροσταθμικές εργασίες
μεγίστης ακριβείας, συγκροτούνται ειδικά τμήματα (αστρονομικό, γεωμαγνητικό,
ανάγλυφου χαρτών, μελετών, στατιστικής, χαρτών ΠΒ, φωτογραμμετρίας,
ελέγχου χαρτογραφικών και τοπογραφικών εργασιών), ενώ
αρχίζει να λειτουργεί στην έδρα της Υπηρεσίας η Σχολή Τοπογραφίας.
Το 1935 εκδίδεται για πρώτη φορά το τριμηνιαίο δελτίο της Υπηρεσίας
και δημιουργείται το Σώμα Μόνιμου επιστημονικού προσωπικού της.
Το χαρτογραφικό έπος της Μικράς Ασίας (1920-1922)
Η ιστορική συμβολή της ΧΥΣ στα χαρτογραφικά δρώμενα της Μικρασιατικής
Εκστρατείας άρχισε τον Ιανουάριο του 1920, όταν κατέφθασε στη Σμύρνη χαρτογραφική
ομάδα (Εικ. 20) οργανωμένη σε μία (1) τοπογραφική Μοίρα με έξι (6)
Τοπογραφικά Τμήματα. Πριν την άφιξή της, είχε αποσταλεί κλιμάκιο αποτελούμενο από
4 Αξιωματικούς (3 ειδικότητας τοπογράφου και 1 ειδικότητας γεωδαίτη), με αποστολή
την εκτέλεση των απαραίτητων προπαρασκευαστικών εργασιών, καθώς και την έναρξη
αποτύπωσης εδαφών που θα υποδεικνύονταν από τη Στρατιά της Μικράς Ασίας.
Περί τα τέλη του 1920 και συγκεκριμένα στις 20 Δεκεμβρίου, σε υπόμνημα της Στρατιάς
Μικράς Ασίας αναφέρεται η επιτακτική ανάγκη αποτύπωσης ως κύρια προτεραιότητα τού μη
επιδικασθέντος τμήματος της Μικράς Ασίας και σε δεύτερη του υπολοίπου επιδικασθέντος
τμήματος από τη Συνθήκη των Σεβρών. Για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών αποτύπωσης
οι οποίες αναφέρονταν
σε εδαφική περιοχή
30.000 τ.χλμ.,
οργανώθηκε Υποδιοίκηση
Χαρτογραφικής Υπηρεσίας
υπό τη Διοίκηση του Σχη
(ΠΖ) Δημήτριου Πετρίτη.
Το υπόμνημα αυτό ουσιαστικά
έθετε την επιχειρησιακή
απαίτηση γεωγραφικής
υποστήριξης ως
απαραίτητη προϋπόθεση
για την επιτυχή έκβαση των επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα
καθόριζε το απαιτούμενο προσωπικό και μέσα για
τις υπόψιν εργασίες, το οποίο ήταν πολύ μεγαλύτερο
από την οροφή των δυνάμεων αξιωματικών-οπλιτών και
κτηνών που διέθετε η ΧΥΣ. Η διαταγή του Διοικητή της
ΧΥΣ, Υποστράτηγου Αλέξανδρου Αναγνωστόπουλου,
προς τον Υποδιοικητή του στη Σμύρνη, Συνταγματάρχη
Δημήτριο Πετρίτη, στις 10 Απριλίου 1922, αποτελεί ένα
χαρακτηριστικό παράδειγμα εκδήλωσης προβληματισμού
και αγωνίας για την τύχη της χαρτογραφικής αποστολής
στη Μικρά Ασία με δεδομένη την απουσία ενίσχυσης σε
προσωπικό και μέσα από τη Στρατιά. Όπως χαρακτηριστικά
αναφέρει «Ἡ μὴ μέχρι σήμερον ἐνίσχυσις τοῦ προσωπικοῦ
ὑμῶν ὑπό τῆς Στρατιᾶς …ἐμβάλλει ἡμᾶς εἰς σοβαράς ἀνησυχίας,
ἀνησυχίας περὶ τῆς τύχης τῆς ἀποστολῆς μας περὶ χαρτογραφήσεως τῆς Μικρᾶς
Ἀσίας, δι' ἣν τόσην ευθύνην ἔχομεν ἔναντι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Δυστυχῶς ἡ ἐκκένωσις
τῆς Μικρᾶς Ἀσίας φαίνεται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀμετάκλητος, ἄγνωστον δὲ πότε θ’ ἀρχίσῃ…».
Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1921, σε μία μεγάλη γεωγραφική περιοχή
που εκτεινόταν από την Προύσα έως τη Σμύρνη και κάτω από αντίξοες καιρικές
συνθήκες, καθώς επικρατούσε δριμύς χειμώνας. Η δύναμη των Αξιωματικών ανερχόταν
σε 2 έως 3 Αξιωματικούς
(για τη Μοίρα της Νότιας
Πτέρυγας) και 1 έως 5
Αξιωματικούς (για τις
Μοίρες της Βόρειας
Πτέρυγας), αφού αρκετοί
Αξιωματικοί της
Υποδιοίκησης διατέθηκαν
για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν για τις
γεωδαιτικές εργασίες ήταν
θεοδόλιχοι, χωροβάτες και
ηλιοτρόπια, ενώ για τις
τοπογραφικές, μετροτράπεζα, υψομέτρης και ταχύμετρο.
Η έντονη μορφολογία του εδάφους, η ανυπαρξία τριγωνισμού, η αδυναμία έγκαιρου
ανεφοδιασμού και επικοινωνίας, καθώς και η απαίτηση λήψης ειδικών μέτρων ασφαλείας
κατά την προμήθεια τροφίμων ή την αποστολή αναφορών αποτελούν μόνο ένα
μικρό τμήμα από το συνολικό μέγεθος των δυσκολιών που έπρεπε να αντιμετωπιστούν.
Σε ένα τέτοιο δύσκολο περιβάλλον εργασιών η τροποποίηση και η προσαρμογή των
μεθόδων, ανάλογα με την υφιστάμενη κάθε φορά κατάσταση, ήταν επιβεβλημένη.
Η Διοίκηση υλοποιώντας εναλλακτικά σχέδια δράσης και εφαρμόζοντας έξυπνους
επιστημονικούς ελιγμούς, κατόρθωσε με δυναμισμό, ευελιξία και αξιοσημείωτη
προσαρμοστικότητα να φέρει σε πέρας το δύσκολο αυτό χαρτογραφικό έργο.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο Β΄ Κεφάλαιο της έκθεσης πεπραγμένων της
Υπηρεσίας για το έτος 1921, εφαρμόσθηκαν οι παρακάτω επιστημονικές τεχνικές:
Όπου ήταν εφικτό προηγήθηκε ο γεωδαιτικός τριγωνισμός ανωτέρας τάξεως,
ακολουθούμενος από πυκνώσεις της Ταχυμετρικής Μοίρας.
Όταν οι τοπογραφικές εργασίες ήταν επείγουσες, η συμπλήρωση των τοπογραφικών
πινακίδων γινόταν γραφικά, στηριζόμενη σε γεωδαιτικά σημεία σε όλο το φύλλο χάρτη.
Όπου δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθούν οι παραπάνω μέθοδοι, λόγω πίεσης
χρόνου, οι τοπογραφικές εργασίες στηρίζονταν σε γραφικό τριγωνισμό από βάση
μετρημένη με μεγάλη ακρίβεια, τα δε επισημασμένα σημεία παρατηρήθηκαν και
υπολογίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο ως γεωδαιτικά.
Όταν κατά τη μελέτη των εργασιών αναδεικνυόταν η αδυναμία εφαρμογής
των παραπάνω μεθόδων, οι μετρήσεις υλοποιούνταν σε μεγάλο αριθμό βάσεων,
οι οποίες αναπτύσσονταν γραφικώς ανεξάρτητα η μία από την άλλη και ξεκινούσε
άμεσα η αποτύπωση του εδάφους. Κατά τη διάρκεια προόδου των εργασιών οι
βάσεις συνενώνονταν με τα άλλα ανεξάρτητα δίκτυα και τελικά στο συνολικό δίκτυο.
Η ολική επιφάνεια που τελικά κατέλαβε το γεωδαιτικό δίκτυο το 1921 ανέρχεται σε
44.731 τ.χλμ., έκταση ίση με τα 2/3 της επιφάνειας της παλαιάς Ελλάδας.
Οι κύριες γεωδαιτικές εργασίες πεδίου αυτής της περιόδου αναφέρονται στη μέτρηση
τεσσάρων (4) βάσεων τριγωνομετρικού δικτύου (Προύσα, Ουσάκ, Ινονού και
Κιουτάχεια), στη δημιουργία ανώτερου τριγωνομετρικού Δικτύου 1ης και 2ης τάξεως
από 66 σημεία και κατώτερου δικτύου 3ης και 4ης τάξεως, αποτελούμενο από 148
τριγωνομετρικά σημεία, το οποίο συνδέθηκε με τη μητροπολιτική Ελλάδα, στον προσανατολισμό
του τριγωνομετρικού δικτύου με αστρονομικές παρατηρήσεις σε τρείς (3)
σταθμούς και στη γεωμετρική χωροστάθμηση στα παράλια Προποντίδας και Αιγαίου
πελάγους, για τη σύνδεση του ελληνικού δικτύου με το δίκτυο της Μικράς Ασίας.
Αποτέλεσμα των παραπάνω εργασιών ήταν η αποτύπωση 1.905 τ.χλμ. στην
κατεχόμενη ζώνη σε κλίμακα 1:20.000 και συνολικά 44.731 τ.χλμ. στη Μ. Ασία
σε κλίμακες 1:20.000, 1:50.000 και 1:100.000.
Από τα παραπάνω χαρτογραφικά πεπραγμένα γίνεται κατανοητό το μέγεθος του
έργου που επιτελέστηκε από την Υποδιοίκηση Χαρτογραφικής Υπηρεσίας. Αξίζει να
σημειωθεί ότι κατά τους χειμερινούς μήνες επικρατούσαν ακραίες καιρικές συνθήκες
για μετρήσεις (χιόνι, βροχή, ομίχλη), γεγονός που δυσχέραινε και σε πολλές περιπτώσεις
απαγόρευε τη συνέχεια των εργασιών, ενώ τα τμήματα δέχτηκαν δεκαοχτώ (18)
μεγάλες επιθέσεις από τον Τουρκικό στρατό, αντάρτες και ληστές με αρκετές απώλειες.
Κύρια γεγονότα περιόδου
Η σχεδίαση και η εκτύπωση το 1921 σε κλίμακα 1:100.000, σε 6 χρώματα και
5.000 αντίτυπα, του πρώτου φύλλου χάρτου στο λιθογραφείο της Υπηρεσίας με την
ονομασία Μιλητόπολης.
Η δημιουργία της Σχολής
Τοπογραφίας (7/3/1924 Β.Δ.),
η μετονομασία από ΧΥΣ σε
ΓΥΣ (10/2/1926 Ν.Δ.), η δημιουργία
Σώματος του μόνιμου
προσωπικού της Υπηρεσίας (Ν
5024, 15/6/1931), η φοίτηση
Αξιωματικών στο Πολυτεχνείο
και η σύσταση της Γεωδαιτικής
Επιτροπής του Κράτους.
Η έναρξη εργασιών χωροστάθμησης
μεγίστης ακριβείας
(Εικ. 25), η συγκρότηση αστρονομικού
και γεωμαγνητικού τμήματος,
τμήματος φωτογραμμετρίας και ελέγχου χαρτών, τμήματος χαρτών
Πυροβολικού (20/21925 Β.Δ.), καθώς και η εκτύπωση πολύχρωμων χαρτών.
Μετά το 1925 έγινε προσπάθεια για την εγκατάσταση, μέτρηση και υπολογισμό
ενός καλύτερου πρωτεύοντος τριγωνομετρικού δικτύου11 και για
τον σκοπό αυτό η Ελλάδα χωρίστηκε σε τρία τόξα το Κεντρικό, το Ανατολικό και
το Δυτικό. Κατά προτεραιότητα οι μετρήσεις έγιναν στο Κεντρικό τόξο. Από το
κεντρικό τόξο έγινε η επέκταση στο Ανατολικό και το Δυτικό και μετρήθηκαν τρεις
επιπλέον βάσεις. Μέχρι το τέλος της περιόδου είχε ολοκληρωθεί πανελλαδικά το
τριγωνομετρικό δίκτυο Iης και IΙης τάξεως, ενώ στο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας
είχε περατωθεί και το δίκτυο IIIης και ΙVης τάξεως. Το σύνολο του δικτύου απαριθμούσε
συνολικά 12.000 σημεία. Είχε πραγματοποιηθεί ο σύνδεσμος μεταξύ
του ελληνικού δικτύου και αυτού της Ιταλίας διαμέσου Αλβανίας και Δωδεκανήσου
(υπό ιταλική κυριαρχία), Γιουγκοσλαβίας, Βουλγαρίας και Τουρκίας.
Μέχρι το τέλος της περιόδου τα 3/4 της χώρας, περίπου 90.000 τ.χλμ, είχαν
αποτυπωθεί σε κλίμακα 1:50.000 και περίπου το 1/5 της έκτασης της χώρας είχε
αποτυπωθεί σε κλίμακα 1:20.000, ενώ είχε εκδοθεί ο Επιτελικός χάρτης κλίμακας
ολόκληρης σχεδόν της χώρας σε κλίμακα 1:100.000.
Από το 1923-1928 αναθεωρούνται και εκτυπώνονται 38 τοπογραφικά φύλλα
Αττικής (περιχώρων Αθηνών) κλίμακας 1:20.000. Η αναθεώρηση βασίστηκε στη
γερμανική εργασία επιστημονικής αποτύπωσης σε κλίμακα 1:25.000 της Αττικής
της περιόδου 1875-1878 και την επέκτασή της η οποία ολοκληρώθηκε το 1894.
Από το 1926-1928, σε διάστημα 3 ετών, αποτυπώθηκε για πρώτη φορά η ζώνη
από τα σύνορα της χώρας έως τον Κορινθιακό κόλπο. Το 1929 άρχισε η σύνθεση
του ΦΧ Ανατολικής Μακεδονίας κλίμακας 1:400.000, ενώ το 1930 ξεκίνησαν
οι προπαρασκευαστικές ενέργειες για τη σύνθεση και σχεδίαση του πολύχρωμου
επιτελικού χάρτη της χώρας κλίμακας 1:100.000. Μέχρι το 1939 κατασκευάστηκαν
και εκτυπώθηκαν 17 ΦΧ κλίμακας
1:400.000, συνεχίστηκε η παραγωγή των
χαρτών κλίμακας 150.000 (περίπου τα 3/4
της εκτάσεως της χώρας), ενώ καλύφθηκε
σχεδόν πανελλαδικά
η χώρα με ΦΧ κλίμακας
1:100.000.
Το 1935 άρχισε για πρώτη
φορά η έκδοση
του τριμηνιαίου
δελτίου της Υπηρεσίας. Το
περιοδικό αυτό
αποτέλεσε το μόνο βήμα για την παρουσίαση
μελετών και άρθρων όχι μόνο από το προσω-
πικό της Υπηρεσίας αλλά και από προσωπικό
άλλων Φορέων, Επιτροπών και Υπηρεσιών με συναφή αντικείμενα, καθώς και του
διδακτικού προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Χώρας.
Κτηριακές εγκαταστάσεις
Το έτος 1922 οι κτηριακές εγκαταστάσεις της ΓΥΣ αποτελούνταν από δύο διώροφα
κτήρια, ένα ισόγειο, δύο ξύλινα παραπήγματα και έναν οικίσκο σε μία έκταση 5.246 τ.μ.
Νότια του οικοπέδου, μεταξύ των ετών 1935 και 1938 δημιουργήθηκε το Πεδίον του
Άρεως, ενώ βόρεια υπήρχε ρέμα πάνω στο οποίο αργότερα κατασκευάστηκε η Οδός
Ευελπίδων. Τον Αύγουστο του 1929 αποτεφρώθηκε το ισόγειο λόγω πυρκαγιάς και
στη θέση του, το 1930, ανεγέρθη νέο κτήριο. Ανατολικά από αυτό κατασκευάστηκε νέα
αίθουσα και ένα υπόστεγο με τέσσερα διαμερίσματα (Εικ. 28). Το 1935 στη θέση του
παραπήγματος των αποθηκών ανεγέρθη διώροφο κτήριο.